Λαϊκά ονόματα: �?σιχλογέρακο, Σαΐνι, Ξεφτέρι

Περιγραφ�?:
Διμορφικό. �?ο αρσενικό είναι σκούρο γκρίζο στο πάνω μέρος και άσπρο με κοκκινόξανθες οριζόντιες ρίγες από κάτω. �?ο ίδιο χρώμα υπάρχει στο κάτω μέρος του λαιμού και στα μάγουλα. �?ο θηλυκό και τα νεαρά μοιάζουν πολύ με τα αντί­στοιχα του Σαϊνιού. �?ο μάτι των ενηλίκων είναι κίτρινο ενώ το κ�?ρωμα και τά πόδια σ' όλες τις ηλικίες είναι κίτρινο. �?α θηλυκά είναι πάντα μεγαλύτερα από τα αρσενικά.



Γενικά χαρακτηριστικά:
Είναι ένας μικρός αλλά πολύ γρ�?γορος και ευκίνητος άστούριος. Προτιμάει να κάθεται κρυμμένος στα φυλλώματα, άπ' οποί) και εφορμάει αστραπιαία στην λεία του. �?α κοντά και στρογγυλωπά φτερά του τον βοηθάνε να αναπτύσ­σει μεγάλη ταχύτητα «ε μικρές αποστάσεις. Κυνηγάει συν�?θως μόνος.

Οΐκότοπος:
Συχνάζει σε δάση, Όχι όμως πολύ πυκνά. Πολύ συχνά και ειδικά τον χειμώνα, τον βρίσκουμε κοντά σε χωριά, σε μεγάλα πάρκα πόλεων �?' σε ανοιχτά μέρη πάντα όμως μέσα σε συστάδες δένδρων �? μεγάλων θάμνων.

Βιολογία:
Ή κύρια τροφ�? του αποτελείται από μικρά πουλιά το θηλυκό όμως μπορεί να σκοτώσει και πουλιά στο μέγεθος της Φάσσας �?α μεγάλα έντομα αποτελούν το 20% της λείας του, ενώ τα μικρά θηλαστικά το 6%.
Χτίζει τη φωλιά του σε δάση, κατά προτίμηση κωνοφόρα και σε ύψος 10-15 μ. πάνω από το έδαφος.
Μόνο το θηλυκό κλωσάει για 35 περίπου ημέρες τα 3-7 αυγά, πού γεννιούνται αργά τον Απρίλη. �?α μικρά φεύγουν από την φωλιά μετά 28-30 �?μερες και μετά 10 �?μερες ανεξαρτητοποιούν­ται τελείως.

Κατάσταση στην Ελλάδα:
�?ο Ξεφτέρι είναι ένα από τα πιο κοινά Ελληνικά αρπακτικά, κυρίως όμως τον χειμώνα, οπότε πολλά άτομα από την Β. Ευρώπη έρχονται εδώ για να ξεχειμωνιάσουν. Πολλά ζευγάρια φωλιάζουν ιδίως στην Κ. Ελλάδα, πουθενά όμως ό ενδημικός πληθυσμός δεν παρουσιάζει μεγάλη πυκνό­τητα. Σταθερό.

�?ποείδη: Ι. Accipiter nicus nicus